Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίγα λόγια ακόμα.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λίγα λόγια ακόμα.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2007

Λίγα λόγια ακόμα 'Του έρωτα και του αντιέρωτα'


Αφορμή για να γράψω αυτήν την ιστορία στάθηκε το ένθετο ενός περιοδικού που έπεσε στα χέρια μου τον Αύγουστο του 2006, όταν ήμουν διακοπές σε ένα νησί. Πρέπει να υπάρχει κάποιο χρονολογικό μπέρδεμα στο μυαλό μου γιατί το περιοδικό αυτό, το ‘Science Illustrated’, τώρα που ξεφυλλίζω το ένθετο βλέπω πως κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο εκείνου του έτους, και όχι τον Αύγουστο. Όπως και να ‘χει, το ένθετο ήταν αφιερωμένο, με ένα εκτενέστατο ρεπορτάζ, στην επιστημονική προσπάθεια να εξηγήσει γιατί ένας άνθρωπος έλκει κάποιον άλλον.
Η ενεργοποίηση του εγκεφάλου μέσω των αισθήσεων (και κυρίως της όρασης), η μεταβίβαση των ερεθισμάτων στον υποθάλαμο που εμπλέκεται στα συναισθήματα, η έκκριση ορμονών, νοραδρεναλίνη, ντοπαμίνη και άλλων, η περιγραφή της ερωτικής έλξης ως βιοχημική διαδικασία, είναι μόνο από τα λίγα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο άρθρο. Σε ένα ακόμα περιοδικό, που όσο κι αν σπάω το κεφάλι μου δεν μπορώ να θυμηθώ ποιο είναι, ούτε και το βρίσκω πια, διάβασα και για τις εξισώσεις που επίσης αναφέρω. Δεν πρόκειται δηλαδή για δικό μου εύρημα ούτε όσο αφορά αυτές.
Το αν είναι αλήθεια όλα αυτά δεν μπορώ να το πω, καθώς δεν είμαι ούτε επιστήμονας ούτε ερευνητής. Είναι όμως σίγουρο πως ο έρωτας είναι εγκεφαλική διαδικασία, και σε αυτό πιστεύω πως οι περισσότεροι θα συμφωνήσουν μαζί μου. Όπως επίσης είμαι πεπεισμένος και για την προσπάθεια που καταβάλλουν οι επιστήμονες, τίποτα δεν με εκπλήσσει στις μέρες μας. Τα στοιχεία πάντως που παρέθεταν τα δύο αυτά περιοδικά ήταν η βάση για να στηρίξω την αληθοφάνεια της ιστορίας. Αυτή όμως, οφείλει να πείσει για τον μυθοπλαστικό της κόσμο, και όχι να τον αποδείξει.
Αν και προσπάθησα να μείνω πιστός στα όσα διάβασα, πρέπει να παραδεχτώ – και να τονίσω - πως προτεραιότητα μου ήταν να τα χρησιμοποιήσω με τρόπο που να εξυπηρετεί την ιστορία μου, καθώς ήθελα να δώσω σε αυτήν μια καθαρά συναισθηματική διάσταση, όχι σεξουαλική. Ο στόχος της ήταν να επικεντρωθεί στην επιστημονική επέμβαση στα συναισθήματα του ανθρώπου.
Για να το καταφέρω αυτό, επειδή το τοπίο είναι αρκετά θαμπό, αναγκάστηκα να κάνω μια παραδοχή: ότι η σεξουαλική επιθυμία είναι μια ιδιότητα του έρωτα, και όχι ταυτόσημη με αυτόν, καθώς αυτός εμπεριέχει και ένα πλήθος άλλων χαρακτηριστικών, και πάνω από όλα συναισθήματα. Σε άλλους αυτό μπορεί να ακούγεται ευνόητο, σε άλλους όχι. Σωστό ή λάθος, αυτό βρίσκεται στην κρίση του καθενός, καθώς και στα εγχειρίδια των επιστημόνων.
Την ιστορία την έγραψα τελικά τον Νοέμβριο του 2006 και η συγγραφή της διήρκησε περίπου ένα μήνα, αν κι ακόμα και σήμερα της κάνω διορθώσεις. Την ολοκλήρωσα στέλνοντας την σε συνέχειες σε μια πολύ καλή μου φίλη, που την διάβαζε και μου έλεγε κάθε φορά την άποψη της.
Σε αυτήν την ιστορία υπάρχουν μόνο συναισθήματα, επιλογές και αποφάσεις ανθρώπων που αντιμετωπίζουν τα προβλήματα τους σύμφωνα με τις δυνατότητες του κόσμου τους. Και επειδή ακριβώς βασίζεται σε επιλογές και στο πως αυτές πάρθηκαν, έκρινα σκόπιμο να δώσω μία λυρικότητα στη αφήγηση των ηρώων, προσπαθώντας να αναδείξω την συναισθηματική τους φόρτιση και τις σκέψεις που τους οδήγησαν στις αποφάσεις. Ο διαχωρισμός των ενοτήτων έγινε έτσι ώστε να μοιράσω τον χρόνο συμμετοχής μεταξύ τους και να προχωρώ την εξέλιξη μέσω καθενός από αυτούς, αλλά ταυτόχρονα και από την δική του οπτική γωνία.
Ο τίτλος της ιστορίας ‘Του έρωτα και του αντιέρωτα’ δεν μπορώ να πω πως με ικανοποιεί πλήρως, τον βρίσκω κάπως ‘πομπώδη’ και τετριμμένο. Ωστόσο, ότι άλλο κι αν σκέφτηκα, ήταν ο μόνος τίτλος που στόχευε κατευθείαν στην καρδιά της ιστορίας. Αφαίρεσα απλά τις λέξεις ‘Τα χάπια’ από την αρχή της φράσης, ώστε να μην φανερώσω τόσο νωρίς το τι ακριβώς διαπραγματεύεται.
Δεν θα πάρω θέση αν η ύπαρξη τέτοιων χαπιών είναι κακή ή όχι. Παρά το δυσάρεστο της συγκεκριμένης ιστορίας που έγραψα, μπορώ να φανταστώ πολλές διαφορετικές εκδοχές της, με καλύτερο τέλος. Παρόλα αυτά, δεν κρύβω μια κοινή νομίζω ανησυχία για την φιλοδοξία μας να εισχωρήσουμε σε περιοχές που ίσως είναι καλύτερα να αφήσουμε απάτητες, αλλά και για τον τρόπο που εκμεταλλευόμαστε τις ανακαλύψεις μας. Μέχρι τώρα, είναι φανερό πως δεν έχουμε καταφέρει να αποβάλλουμε την κακή τους εκμετάλλευση.
Τέλος, σε μερικούς παλαιότερους, η ανάγνωση της ιστορίας μπορεί να τους φέρει στο νου την φράση από εκείνο το παλιό λαϊκό τραγουδάκι: «ένα χάπι, ένα χάπι, να γιατρεύει την αγάπη». Σε εκείνα τα χρόνια όμως, εγώ τουλάχιστον, έβρισκα την ιδέα διασκεδαστική. Τώρα πια, όχι και τόσο.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2007

Στιγμές; Φαγιούμ; Τι είναι αυτά;


ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ΑΚΟΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ

Ένα από τα πολλά που δεν έχω καταλάβει μέχρι τώρα στην λογοτεχνία είναι το γιατί δεν υπάρχουν συγκεκριμένες κατηγοριοποιήσεις διηγημάτων (και όχι μόνο εκεί φυσικά). Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι τα προσδιορίσεις περιγραφικά ή να τα κατατάξεις σύμφωνα με ορισμένα πρότυπα που εισήγαγαν συγκεκριμένοι λογοτέχνες, στα πρότυπα ενός Χέμινγουεϊ για παράδειγμα, ή στα πρότυπα ενός Τζέιμς Τζόυς.
Η αφορμή για να γράψω τον παραπάνω προβληματισμό ήταν η ανάγκη κατηγοριοποίησης των διηγημάτων που ανεβάζω στο blog μου. Καθώς περνά ο καιρός και ανεβάζω όλο και περισσότερα, αυτό γίνεται υποχρεωτικό, καθώς θέλω ο αναγνώστης που διαβάζει κάτι που του αρέσει, να διαλέγει την κατηγορία του για να διαβάζει παρόμοια κείμενα. Εξάλλου, από τις λίγες ιστορίες που έχω ανεβάσει μέχρι στιγμής, είναι ήδη φανερή η ομοιομορφία μεταξύ κάποιων από αυτών και η ανομοιομορφία μεταξύ κάποιων άλλων. Πως μπορώ για παράδειγμα να βάλω κάτω από την ίδια γενική κατηγορία ‘Διηγήματα’ τα κείμενα ‘Τα βήματα της καμήλας’ και ‘Το Ασανσέρ’;
Το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να χρησιμοποιήσω κατηγορίες και να τους δώσω κάποιους τίτλους, όπως ο τίτλος μιας συλλογής, αντί να προσπαθήσω να τις βαπτίσω ανεπιτυχώς βάση των χαρακτηριστικών τους.
Στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου βρίσκονται ήδη αρκετά κείμενα. Για να μπορώ να τα επεξεργάζομαι καλύτερα, τα έχω χωρίσει σε ομάδες διηγημάτων που έχουν κάποια κοινά στοιχεία μεταξύ τους. Αυτήν την κατηγοριοποίηση θα χρησιμοποιήσω κι εδώ, μόνο που μέχρι στιγμής είναι ξεκάθαρη μόνο για μένα, όχι για τον αναγνώστη. Ήδη έχουν φανεί δύο από αυτές τις κατηγορίες, οι ‘Στιγμές’ και ‘Φαγιούμ’. Ας πω λοιπόν δυο λόγια τι περίπου να περιμένουν οι αναγνώστες διαβάζοντας τα διηγήματα αυτών των κατηγοριών.
Οι ‘Στιγμές’ είναι λιλιπούτεια κείμενα που, τόσο ώς προς το μέγεθος όσο και θεματικά, ασχολούνται με μια στιγμή. Αυτή η στιγμή μπορεί να είναι οτιδήποτε, ένα συναίσθημα, μια εμπειρία, ένα μήνυμα. Μπορεί να είναι ακόμα και μια στιγμή που κρατά είκοσι πέντε χρόνια, όπως στο διήγημα ‘Στο παγκάκι που έκατσε’. Το μικροσκοπικό μέγεθος όμως των κειμένων αυτής της κατηγορίας θα παραμένει.
Ο τίτλος ‘Φαγιούμ’ είναι δανεισμένος από τον τίτλο που έδωσα στην μοναδική συλλογή με διηγήματα που έχω ολοκληρώσει έως τώρα. Οι ιστορίες αυτής της κατηγορίας είναι αρκετά μεγάλες, θα μπορούσαν, ίσως, να χαρακτηριστούν και νουβέλες, δεν ξέρω. Τις αποκαλώ ιστορίες για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Το πιο βασικό χαρακτηριστικό τους είναι πως η πλοκή τους φιλοδοξεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε παραπάνω από μία εκπλήξεις ή ανατροπές στην διάρκεια της αφήγησης τους, μάλλον αντίθετα δηλαδή απ’ ότι συνηθίζεται σε ένα σύγχρονο διήγημα ή αυτό που αποκαλείτε ‘φέτα ζωής’. Οι αρχές τους βασίζονται περισσότερο σε παλαιότερα πρότυπα.
Η υπόθεση τους είναι φανταστική, πρόκειται δηλαδή για μυθοπλασίες. Ο χώρος, αν και ενδεχομένως ανώνυμος, προσπαθεί να γίνει διακριτός, οι ‘εικόνες’ παίζουν σημαντικό ρόλο και γενικότερα, οι τεχνικές αφήγησης δανείζονται περισσότερο αυτές του κινηματογράφου παρά της λογοτεχνίας. Θα δίνω περισσότερες λεπτομέρειες για καθεμία ιστορία ξεχωριστά καθώς τις ανεβάζω, με ‘Λίγα λόγια ακόμα’.
Η τελευταία κατηγορία, τα ‘Ανυπότακτα’, είναι φυσικά ότι δεν μπόρεσα να εντάξω σε μια κατηγορία, ή δεν έχω άλλα διηγήματα παρόμοια με αυτά ώστε να τα μαζέψω σε μία ομάδα. Ή δεν έχω κάποια καλύτερη ιδέα τέλος πάντων.
Κάθε φορά που θα ανεβάζω κάποια καινούργια κατηγορία, θα δίνω και μερικές εξηγήσεις εδώ περί τίνος πρόκειται. Θα ήθελα επίσης, αν κάποιος γνωρίζει κάτι περισσότερο για τις κατηγοριοποιήσεις των διηγημάτων και πως αυτές διαχειρίζονται στους φιλολογικούς κύκλους ή στον ευρύτερο χώρο της λογοτεχνίας, να με διαφωτίσει.

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2007

Λίγα λόγια ακόμα για 'Τα βήματα της καμήλας'


Το διήγημα αυτό είναι η προσπάθεια να αποτυπώσω με λέξεις την εμπειρία μου και τα συναισθήματα που ένοιωσα στην έρημο της Τυνησίας, τον Απρίλιο του 2007. Φυσικά, σε σύγκριση με την ίδια την εμπειρία και τον λυρικό πλουραλισμό της, κάθε απόπειρα συγγραφής της δεν είναι παρά μια ασπρόμαυρη φωτογραφία.
Ξεκίνησα να το γράφω την επομένη της ημέρας που αποχωρήσαμε από την Ντούς, την μικρή αυτή πόλη όπου στην πόρτα της, από την νότια πλευρά, ξεκινά η Σαχάρα. Επόμενος προορισμός μας ήταν η Χαμαμέτ, αρκετά βορειότερα, όπου και το απόγευμα στο ξενοδοχείο άρχισα να κρατάω τις πρώτες σημειώσεις στο μπλοκάκι μου.
Το ολοκλήρωσα έξι εφτά ημέρες αργότερα, όταν πια είχα επιστρέψει στην Ελλάδα, και, για ένα τόσο μικρό κείμενο, οι ώρες που ξόδεψα φάνταζαν δυσανάλογες. Δεν θα κρίνω φυσικά το τελικό αποτέλεσμα. Είμαι της άποψης πως κάποιος που γράφει, διαβάζει, διορθώνει, και μετά ξαναγράφει, ξαναδιαβάζει και ξαναδιορθώνει, αμέτρητες φορές ο ίδιος κοπιώδης κύκλος, τελικά χάνει την αίσθηση του τελικού αποτελέσματος. Όπως και όταν προφέρεις μια λέξη συνέχεια, ώσπου αυτή στο τέλος αποκτά μια άλλη διάσταση και μια διαφορετική μορφή.
Η αρχιτεκτονική του κειμένου έχει στηριχτεί σε δύο ‘δομές’ (αν χρησιμοποιώ τους σωστούς όρους) τους οποίους ακολούθησα αυστηρά όσο το έγραφα. Για να τις εξηγήσω καλύτερα, αναφέρω πως το κείμενο αποτελείται από πέντε παραγράφους, εκ των οποίων, η τελευταία είναι ο επίλογος, το συμπέρασμα.
Η πρώτη ‘δομή’, ‘τεχνική’ αν θέλετε, στηρίζεται στην σταδιακή μεταβίβαση από την μια παράγραφο στην άλλη. Για να το πετύχω (αν το πέτυχα), κάθε παράγραφος στηρίζεται στο βασικό αντικείμενο της προηγούμενης ώστε, προοδευτικά, να καταλήξει σε ένα άλλο αντικείμενο και στο οποίο θα βασιστεί η επόμενη.
Πιο αναλυτικά, η πρώτη παράγραφος αναφέρεται στον άνεμο, η δεύτερη ξεκινά αναφερόμενη σε αυτόν, με ‘το πέρασμα του’, και καταλήγει με αντικείμενο ‘το πέπλο από άμμο’. Η τρίτη βασίζεται σε αυτό το «χαλί το φτιαγμένο από άμμο και αιθέρα» (παρόλο που ξεκινά με την λέξη ‘καμήλες’) και καταλήγει με αντικείμενο ‘τις σκέψεις’. Η τέταρτη ξεκινά αναφερόμενες σε ‘αυτές’ τις σκέψεις και είναι η μόνη παράγραφος που συνεχίζει με το ίδιο αντικείμενο στην επόμενη, γιατί η τελευταία είναι και στην ουσία ο επίλογος.
Η δεύτερη ‘δομή’ είναι ένα είδος εξίσωσης. Οι τέσσερις πρώτες παράγραφοι εισάγουν η καθεμία από ένα στοιχείο, τα οποία κατά σειρά είναι τα εξής: ο άνεμος, το αμμουδένιο πέπλο, τα βήματα της καμήλας που χάνονται στο πέπλο, και τελικά οι σκέψεις. Στην τελευταία παράγραφο, τα τέσσερα αυτά στοιχεία συγκεντρώνονται και συγκρίνονται μεταξύ τους, οδηγώντας στο τελικό συμπέρασμα που θέλω να καταλήξω.